1.2.12

Blue Velvet (1986) **** 1/2

Από τα ταμπλό της πρώτης σεκάνς νοιώθεις κάπου μέσα σου να σε παρενοχλεί η αίσθηση πως το Μπλε Βελούδο είναι εκείνο που το Village Voice έγραφε σαν «τον τελευταίο σεισμό που γνώρισε ποτέ το σινεμά από το ’86 και μετά».
Υπερβολή;
Ίσως.
Σημασία δεν έχει όμως ποτέ ένας αναντίκρυστος χαρακτηρισμός. Εκείνο που μετράει πάντα στο τέλος είναι η γεύση στο στόμα κι η κατάσταση εντός σου, όταν το ψέμμα των τίτλων τέλους σαρκώνεται.
Και μένεις μόνος με τις συνέπειες…

Στην πρώτη του σεκάνς, το Μπλε Βελούδο παίρνει την εικονογραφία μιας, σχεδόν μυθικής ακρίβειας, κινηματογραφικής Αμερικής των τελών του ’50 και των αρχών του ’60: Πυροσβέστες που περνούν σε αργή κίνηση χαιρετώντας (ποιον;) ή και φεύγοντας από μια φιλμική πραγματικότητα που πρόκειται να ξεδιπλωθεί. Σα να ξέρουν πως δεν τους χωρά.
Ένας οικογενειάρχης ποτίζει το γκαζόν του καλοκουρεμένου σπιτιού του με τους φρεσκοβαμμένους φράχτες, τις κατακίτρινες τουλίπες και τα κατακόκκινα τριαντάφυλλα, υπό την σκέπη ενός καταγάλανου ουρανού. Το λάστιχο όμως έχει σφιχτεί πάνω στη βρύση, το νερό στομώνει, κι αντί να σπάσει η βρύση, ο οικογενειάρχης παθαίνει έμφραγμα. Καλύτερο – και πιο απρόσμενο – συμβολισμό δεν θα περίμενες: Τούτη δω – θα το καταλάβεις δυο ώρες αργότερα- θα είναι μια ταινία που θα ταξιδέψει πάνω στις ράγες της πιο καρτποσταλικής αμερικάνα για να σε βγάλει στην άλλη πλευρά του αλλόκοτου. Εκεί που μόνο μια φαινομενικά υγιής πραγματικότητα μπορεί να αποκρυσταλλωθεί σε μια παράξενη αλήθεια. “It’s a strange world”, όπως θα πουν και οι ήρωες.




Εκείνο που δεν σταματά να εντυπωσιάζει, νομίζω, ακόμα και τον σημερινό σινεφίλ (ή, απλά, τον σε ανάγκη ευρισκόμενο άνθρωπο) στο Βελούδο είναι το πόσο φαινομενικά στρωτό είναι. Άλλωστε η φαινομενικότητα είναι ένα μοτίβο του. Το βελούδο, βλέπεις, είναι ένα πανέμορφο ύφασμα που σε πολλούς δεν αρέσει και σε κάμποσους βγάζει αλλεργίες. Και σ’ άλλους, όπως στον Φρανκ Μπουθ (Ντένις Χόπερ), είναι κάτι σαν το νάνι που είχαμε παιδιά. Μόνο που δεν το θέλει για να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, αλλά για να καυλώσει και να ελευθερώσει το ένστικτό του. Ένστικτο που ο Λιντς αντιμετωπίζει τόσο σαν μια παρεκκλίνουσα, εγκληματικής υφής, συμπεριφορά, όσο, όμως, και σαν το κινούν αίτιο συμπάθειας προς τον χαρακτήρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πρόκειται για κατακάθι, την ίδια στιγμή όμως έρχεται η textbook ψυχοπαθολογία του, η οργιώδης και βωμολόχα («Mummyyyyy…… baby wants to fuuuuuck») εκδοχή ενός Λιντσικού οιδιπόδειου να νυμφευθεί μια απίθανη ευαισθησία στους ήχους του Bobby Vinton και του Roy Orbison: Η έκφραση του Φρανκ ακούγοντας το In Dreams σε lip-sync από τον τραβεστί Στόκγουελ στο μπουρδέλο με τις χοντρές, νομίζω είναι από τις πιο σπαραξικάρδιες σκηνές «εξωραϊσμού» του villain που έχω δει ποτέ. Αυτή δεν είναι μια καρικατούρα του κακού, όπως θα νομίζεις την πρώτη φορά, αυτή είναι μια νομιμοποιημένη έκφανση του πως είναι μια σαραβαλιασμένη ψυχή χωρίς το στεγανοποιημένο σαβουάρ βιβρ μιας ευδαιμονικής κοινωνίας.

Τα υπόλοιπα στο φιλμ είναι (υπέροχη) ιστορία: Όπως στην ποίηση του Ουΐλιαμ Μπλέϊκ έρχεται η στιγμή της μετάβασης από την αθωότητα στην εμπειρία κι από κει στην ανώτερη αθωότητα, έτσι και δω ο ήρωας (Κάϊλ Μακ Λάχλαν), ακολουθεί απαρέγκλιτα την γραμμή μιας ενηλικίωσης, που η κοινωνία του αρνείται στρουθοκαμηλίζοντας – η Αμερική ανάμεσα στην Κορέα και το Βιετνάμ πέρασε στιγμές εξόχως ανοήτου ευφορίας. Αντίθετα με την κοπέλα (Λόρα Ντερν), που ονειρεύεται κοκκινολαίμηδες που θα φέρουν την αγάπη στον κόσμο – και ο Λίντς όσο κι αν την κρατάει σε απόσταση ιδεολογικά, άλλο τόσο την «στηρίζει» τονικά στο (φαινομενικά, πάντα) ευτυχές φινάλε – εκείνος θα γνωρίσει εκ των έσω την αλλοκοτιά, που πανηγυρίζει εν τη απουσία της φυσιολογικότητας – η οποία, ας το παραδεχθούμε, δεν υπάρχει.
Μέσα από ένα ψυχαναλυτικό τσιμπούσι επεισοδίων (να και μια εκλεκτική συγγένεια με τον κλασσικό Λιντσικό αντίπαλο, τον Ντέϊβιντ Κρόνενμπεργκ και την φετινή του ταινία!), από έναν (μετέπειτα) τυπικό σουρεαλισμό του σκηνοθέτη – μην ξεχνάς πως αυτός είναι και ο πρόδρομος της Χαμένης Λεωφόρου – κι από έναν πριγκηπικής ακρίβειας συνδυασμό του μοντερνισμού με το ρετρό, που στην εξίσωση αποφέρει ένα στοίχειωμα που δεν ένοιωσες ποτέ ή πριν από δαύτο, το Μπλε Βελούδο είναι μια αδιανόητη (και τελείως σκατόψυχη) χρονογέφυρα ανάμεσα στο πριν και το μετά μας, στο ανέφελο τότε και το χειμωνιασμένο τώρα.
Τα κατακίτρινα, τα κατακόκκινα και τα καταγάλανα θα επανεμφανιστούν, βεβαίως, στο φινάλε.
Εμείς βλέπουμε ασπρόμαυρα όμως πια.
Ή, έστω, κυανά…

0 σχόλια: