Συνήθως μια ταινία αθλήματος είναι εξ’ ορισμού μια ταινία για άνδρες – εκτός αν η παραγωγή έχει την πρόνοια να βάλει στον πρωταγωνιστικό ρόλο έναν γόη για να τραβήξει ύπουλα και το γυναικείο κοινό. Το Moneyball την έχει αυτή την πρόνοια – όπως το H Κυρία και ο Ταύρος, το Tin Cup - με τον Κέβιν Κόστνερ, αμφότερα - ή το The Natural - που χρησιμοποίησε το εμφανισιακό ίνδαλμα του εδώ πρωταγωνιστή, Ρόμπερτ Ρέντφορντ- την είχαν πριν απ’ αυτό.
Ωστόσο, το Moneyball, παρ’ ότι με μπροστάρη λοιπόν τον Μπραντ Πιτ, είναι μια ταινία όχι μόνο για άντρες (κι ούτε καν για όλους) αλλά και μια ανενδοίαστα «ανδρική ταινία». Με θέμα του όχι το baseball – είναι απλά η αφορμή – αλλά τον τρόπο που μηχανεύεται ο Παίκτης για να κερδίσει ένα παιχνίδι κατασκευασμένο εναντίον του, το Moneyball είναι θεματικά μια ταινία τόσο περιορισμένου κοινού, που χρειάζεται μια τρανταχτή σκηνοθεσία για να «φτάσει» στο αιμοσταγές και παμφάγο κοινό του multiplex.
Το ευτύχημα είναι πως το «τρανταχτή» ο 45χρονος Μπένετ Μίλερ (της ικανοποιητικής φήμης του Καπότε) το αντιλαμβάνεται εντελώς προσωπικά, εντάσσοντάς το σ’ ένα αμερικανοευρωπαϊκό πάντρεμα αφήγησης και ψυχογραφήματος.
Έτσι, η ταινία με το πέρασμα της ώρας ανοίγεται σε δύο άξονες: Από τη μια παίρνεις μια «επαναστατική» ταινία. Που ψιθυρίζει πως μπορείς (αν μπορείς…) στρέφοντας ολοκληρωτικά αλλού την προσοχή σου, μηχανευόμενος δηλαδή ένα «σύστημα» που θα ρυμοτομήσει το χάος ενός παιχνιδιου που δεν μπορείς να προβλέψεις ποτέ επακριβώς, να κερδίσεις στο πρωτάθλημα (όποιο πρωτάθλημα) όχι φτιάχνοντας την ακριβότερη ομάδα, αλλά σχολαστικά μελετώντας την ιστορική στατιστική απόδοση των παικτών που θ’ απαρτίζουν την δική σου. (Ενδιάμεσα, πρέπει πάντως να ειπωθεί, περνάει κάπως στο ντούκου που ο Μίλερ στήνει μια απολογία της ελεύθερης αγοράς, έστω στην… υγιέστερη μορφή της, με άμεσες απολύσεις των παικτών εκείνων που δεν πληρούν τις προδιαγρσφές…).
Ταυτόχρονα όμως το Moneyball είναι και το συναρπαστικό, βραδυφλεγές ψυχογράφημα (εντελώς ευρωπαϊκό στην σκέψη, αλλά υπέροχα αμερικάνικο στην λιτή του εκτέλεση) ενός άνδρα που όσο ένστικτο χάνει από το σύστημα επιλογής παικτών, άλλο τόσο αποκαθιστά από την βαθιά του πίστη στον τρόπο αντιμετώπισης του παιχνιδιού της ζωής του.
«Δεν μ’ αρέσει να χάνω, πολύ περισσότερο απ’ όσο μ’ αρέσει να κερδίζω», θα πει σε κάποια φάση και το ευφυολόγημα είναι κάτι πολύ παραπάνω από το άθροισμα των λέξεών του: Είναι μια μορφή υπαρξισμού, αλλά, ακόμα πιο χειροπιαστά, είναι μια ευθύτατη έκρηξη ανδρικού ρομαντισμού, μια κάθετη διακήρυξη αρχής, πάνω στην οποία στηρίζεται μια ύπαρξη: Μοναχικά και σε θλιμμένη αυτάρκεια. Τα λεφτά είναι τόσο μα τόσο δεύτερα, αρκεί μόνο να μπορείς ν’αντέξεις, όπως ο ήρωας, την μικρή σου κόρη να σου τραγουδά χαριτωμένα «μπαμπά, πόσο χαμένος είσαι»…
Επιλογές είναι όλα.
Ωστόσο, το Moneyball, παρ’ ότι με μπροστάρη λοιπόν τον Μπραντ Πιτ, είναι μια ταινία όχι μόνο για άντρες (κι ούτε καν για όλους) αλλά και μια ανενδοίαστα «ανδρική ταινία». Με θέμα του όχι το baseball – είναι απλά η αφορμή – αλλά τον τρόπο που μηχανεύεται ο Παίκτης για να κερδίσει ένα παιχνίδι κατασκευασμένο εναντίον του, το Moneyball είναι θεματικά μια ταινία τόσο περιορισμένου κοινού, που χρειάζεται μια τρανταχτή σκηνοθεσία για να «φτάσει» στο αιμοσταγές και παμφάγο κοινό του multiplex.
Το ευτύχημα είναι πως το «τρανταχτή» ο 45χρονος Μπένετ Μίλερ (της ικανοποιητικής φήμης του Καπότε) το αντιλαμβάνεται εντελώς προσωπικά, εντάσσοντάς το σ’ ένα αμερικανοευρωπαϊκό πάντρεμα αφήγησης και ψυχογραφήματος.
Έτσι, η ταινία με το πέρασμα της ώρας ανοίγεται σε δύο άξονες: Από τη μια παίρνεις μια «επαναστατική» ταινία. Που ψιθυρίζει πως μπορείς (αν μπορείς…) στρέφοντας ολοκληρωτικά αλλού την προσοχή σου, μηχανευόμενος δηλαδή ένα «σύστημα» που θα ρυμοτομήσει το χάος ενός παιχνιδιου που δεν μπορείς να προβλέψεις ποτέ επακριβώς, να κερδίσεις στο πρωτάθλημα (όποιο πρωτάθλημα) όχι φτιάχνοντας την ακριβότερη ομάδα, αλλά σχολαστικά μελετώντας την ιστορική στατιστική απόδοση των παικτών που θ’ απαρτίζουν την δική σου. (Ενδιάμεσα, πρέπει πάντως να ειπωθεί, περνάει κάπως στο ντούκου που ο Μίλερ στήνει μια απολογία της ελεύθερης αγοράς, έστω στην… υγιέστερη μορφή της, με άμεσες απολύσεις των παικτών εκείνων που δεν πληρούν τις προδιαγρσφές…).
Ταυτόχρονα όμως το Moneyball είναι και το συναρπαστικό, βραδυφλεγές ψυχογράφημα (εντελώς ευρωπαϊκό στην σκέψη, αλλά υπέροχα αμερικάνικο στην λιτή του εκτέλεση) ενός άνδρα που όσο ένστικτο χάνει από το σύστημα επιλογής παικτών, άλλο τόσο αποκαθιστά από την βαθιά του πίστη στον τρόπο αντιμετώπισης του παιχνιδιού της ζωής του.
«Δεν μ’ αρέσει να χάνω, πολύ περισσότερο απ’ όσο μ’ αρέσει να κερδίζω», θα πει σε κάποια φάση και το ευφυολόγημα είναι κάτι πολύ παραπάνω από το άθροισμα των λέξεών του: Είναι μια μορφή υπαρξισμού, αλλά, ακόμα πιο χειροπιαστά, είναι μια ευθύτατη έκρηξη ανδρικού ρομαντισμού, μια κάθετη διακήρυξη αρχής, πάνω στην οποία στηρίζεται μια ύπαρξη: Μοναχικά και σε θλιμμένη αυτάρκεια. Τα λεφτά είναι τόσο μα τόσο δεύτερα, αρκεί μόνο να μπορείς ν’αντέξεις, όπως ο ήρωας, την μικρή σου κόρη να σου τραγουδά χαριτωμένα «μπαμπά, πόσο χαμένος είσαι»…
Επιλογές είναι όλα.
Για το cinetime.gr

0 σχόλια:
Post a Comment