Τα φετινά Χριστούγεννα με βρίσκουν πιο άνεργο, πιο άφραγκο και πιο ευδιάθετο απ’ όσο άλλα Χριστούγεννα που είχαν πολύ παραπάνω από τα δύο πρώτα –αλλά, τίποτα απ΄το τελευταίο. Αισθάνομαι σαν ζωντανή διαφήμιση κακόγουστης χριστουγεννοταινίας.
Υπάρχουν, άραγε τέτοιες;
Μπορεί, αλλά ελάχιστα σκάω εγώ με τέτοια γιατί this is the time of the year που, ως σήμερα, δεν την αγγίζει η περιρρέουσα αηδία.
Ούτε ξέρω τι νόημα υπάρχει σε κάτι τέτοιο, τόσο (σχεδόν) παράλογα αφελές και παιδιάστικο.
Απλώς ακούω το I’ll Be Home for Christmas – μακράν το πιο αγαπημένο μου τραγούδι της περιόδου – και βυθίζομαι, χωρίς καν να το καταλάβω, σε μια γλυκόπικρη ζεστή χαρμομελαγχολία που λες και μου την επιβάλλει το υποσυνείδητο.
Αδιαφορίες..
Το ταινιομενού φέτος περιέχει θαυμάσια πράγματα: Από αποθεωτικά μιούζικαλ της MGM, στα κλασσικά καρτούν του Ντίσνεϊ κι από την αναρχία των αδελφών Μαρξ και του Τεξ Έϊβερι σε αγαπημένα ρομάντζα.
Εξ’ ου και το Love Affair του Γκόρντον Κάρον (της λαμπρής φήμης του Moonlighting, βεβαίως), ριμέϊκ και ξεδιάντροπο όχημα ματαιοδοξίας (vanity project, στα καθ’ ημάς) για τους Μπίτι και Μπένινγκ, όταν το δικό τους ρομάντζο ήταν το κορυφαίο επίσημο κουτσομπολιό μιας βιομηχανίας παραμυθιού που μέτραγε μέρες.
Το Love Affair είναι μια ταινία τόσο εύκολο να την διαμελίσεις «κριτικά», που θα ήταν μέγιστη ύβρις να μην υπέκυπταν τα όρνεα των απανταχού εντύπων. Η λέξη κλειδί, I bet, θα ήταν το «προκλητικά»: Προκλητικά glamorous, προκλητικά καρτποσταλικό, προκλητικά αυτιστικό, έτσι εθισμένο καθώς μοιάζει, στην ανέγγιχτη αίγλη των πρωταγωνιστών του. Και μάλιστα σ’ έναν κόσμο που τότε γνώριζε το φόρτε του Ιράκ I! Αν προσθέσεις σ’ αυτό πως είναι και μια ταινία ενός διαβόητου κομμουνιστή της βιομηχανίας, το Love Affair καταντά μια εντελώς αντιδραστική ταινία!... Δεκατρία χρόνια πριν, ο Μπίτι παρέδιδε τους Κόκκινους, τώρα, ερωτοχτυπημένος και σχεδόν τέσσερα χρόνια μαγεμένος από την αγαπημένη του Ανέτ, τσιλιμπούρδιζε στυλιζαρισμένα για τα μάτια μας μόνο, με πρώτη ύλη το πιο αγαπημένο chicks movie όλων των εποχών, το An Affair to Remember - 1939 & 1957 προηγούμενα! Ε, ως εδώ είπαν κριτικοί και κοινό, σε στιγμή χριστουγεννιάτικης σύμπνοιας κι η ταινία θαραλλέα κατέκτησε την λιγότερο ζηλευτή θέση μιας εκ των μεγαλύτερων αποτυχιών στην ιστορία των μεγαλύτερων αποτυχιών.
Εμένα, όπως φαντάστηκες, μου άρεσε.
Ένα δόντι – ή και μια οδοντοστοιχία ολόκληρη.. – να πονάει, μια αδυναμία στις γάζες και το backlighting του μεγάλου Κόνραντ Χολ στην φωτογραφία, τα συνωμοτούντα τοπία εξωτικών νησιών του Ειρηνικού (σε μια από τις πιο εξοργιστικά παράλογες σεναριογραφίες που συνέβησαν ποτέ!), μια άνευ όρων υποταγή στην μελοδραματική χρήση της μουσικής του Ένιο Μορικόνε, συν την Κάθριν Χέμπορν, καταναλωμένη από τον χρόνο και το τρέμουλο, απέναντι σε μια Μπένινγκ που την αποθεώνει εντελώς εξωκινηματογραφικά και σ’ έναν Μπίτι, που υποκλίνεται και της φιλάει σταυρωτά το πρόσωπο, βάλε και αυτή την ιστορία, δεν νομίζω πως θα είχα καμμία τύχη…
(Ιστορία που αν δεν την ξέρεις, μη διαβάζεις παρακάτω γιατί δεν αξίζει, αν σου αξίζει, να την διαβάσεις πρώτη φορά σε μπλογκ.)
Αυτή η ιστορία η παράλογη, η εντελώς ξένη προς την πραγματικότητα που μπορεί να έχεις γνωρίσει. Το Ραντεβού, όχι το date, τρεις μήνες μετά, εκεί που συνειδητοποιήσαμε πως είμαστε ο ένας για τον άλλον. Κι όλη η προηγούμενη ζωή σα να μην υπήρξε (να ένα υπέροχο μοτίβο που αφήνεται ανεκμετάλλευτο στην βιαστική διασκευή). Τρεις μήνες μετά, όμως. Για να «κάτσει», για να καταλάβεις την χρεία της έλλειψης. Ακριβώς την στιγμή που ο καινούργιος έρωτας ζητά το αίμα και το σώμα του άλλου, την στιγμή που το μυαλό σου δεν έχει χώρο ούτε για φαΐ, ούτε για ύπνο, ούτε για κανέναν αναθεματισμένον άλλον. Και, φυσικά, το ανηλεές μελόδραμα του Λίο Μακάρεϊ, θα προσθέσει και μια ακόμα αναγκαία δόση, τον χρωματισμό που θα σε λιώσει στο κλάμα, στοιχείο που έχω την αιδώ να μην αποκαλύψω.
Όλ’ αυτά είναι βέβαια έργα του σινεμά, θερμή κουβενταρία παραδομένων, πράγματα που πιο εύκολα γράφεις, παρά πιστεύεις – πόσο μάλλον εσύ, που βρήκες τη δύναμη να στήσεις μια καθημερινή ζωή που ίσως δεν είναι εκείνη που ονειρεύτηκες, σίγουρα όμως είν’ εκείνη που ρεύτηκες – όπως έλεγε κι ένας χαμένος φίλος.
Κι έτσι, προχωράμε, καθένας με κείνα που επέλεξε. Ο Μπίτι και η Μπένινγκ υποστήριξαν την αποτυχημένη τους ταινία με μια ζωή που είναι η καλύτερη απάντηση σε κάτι κυνικούς σαν και του λόγου μου, εσύ και γω γινήκαμε ανώνυμα αστεράκια ενός συννεφιασμένου νεφελώματος, που λέω γω όποτε χαζολογάω μισομεθυσμένος.
Θα περιμένω, “I’ll be there” οπωσδήποτε, εκεί που ξέρεις. Όχι να ‘ρθεις, “the ferry doesn’t run anymore”, αλλά την καλοκαιρινή θάλασσα που θα μου χαμογελάει ερχόμενη κι αυτή στο ανοιξιάτικό της ραντεβού. Και ξέρεις πόσο ακριβής είμαι στα ραντεβού μου. “If I’ m not there I’m dead”.
Και την ίδια ώρα που θα χαμογελώ στην απουσία σου, θα θυμάμαι την Ε. και τον Π. Αυτό το πανέμορφο ζευγάρι που με γέμισε Χριστούγεννα την πιο κατάλληλη νύχτα του χρόνου. Αφού υπάρχουνε τούτοι…then you never know.
After all it’s…Christmas!





0 σχόλια:
Post a Comment