14.12.11

Τομ Κρουζ: Το Μακρύ Ταξίδι από την Λατρεία στην Βορά

Δεν ξέρω αν αληθεύει αυτό που η λαϊκή σοφία αναφέρει ως το ότι «μισείς πιο πολύ εκείνο που κάποτε αγάπησες περισσότερο» και να σου πω, ίσως επειδή δεν είμαι τέτοιος τύπος, δεν τα πιστεύω αυτά. Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται μεταξύ μας μίσος, όσο παρωχημένο ή ανέφικτο κι αν ακούγεται αυτό.
Πόσο μάλλον αναφερόμενοι σε κάποιον που δεν τον ξέρουμε καν προσωπικά!
Ίσως όμως αυτό το τελευταίο να είναι και μαρτυρία αδιάψευστη της δύναμης της εικόνας του κινηματογράφου. Που, ίσως τελικά, φέρνει και λίγο πιο μέσα απ’ το σπίτι σου, εκείνα που παρακολουθείς στην σκοτεινή, κατάφωτη αίθουσα.
Εν τέλει, το πιστεύω ή όχι, το μίσος υπάρχει.

Τα τελευταία χρόνια ο Τομ Κρουζ έχει γίνει ο περίγελος, άλλος ένας ακόμα «ολύμπιος» σταρ που έπρεπε να καθαιρεθεί (όπως και ο Μελ Γκίμπσον που είναι μια ανάλογη περίπτωση), για κάποιο ανομολόγητο κρίμα, για κάποια ανείπωτη αμαρτία – και μάλιστα από αυτούς που τον ενθρόνισαν!
Φαντάσου στην Ελλάδα να δεις τον Sakis να χοροπηδάει στον καναπέ της Μενεγάκη από τον έρωτά του για την Κάτια ή, ξανά τον Sakis, να μας διατυμπανίζει πως είναι Μάρτυρας του Ιεχωβά – και να μας λέει να γίνουμε και μεις για να βρούμε την αλήθεια. Κι έπειτα να τον διασύρουμε για τα κρίματά του – διασυρμός που, στην ανώνυμη κακοήθεια της οχλαγωγής που κουβαλάμε, γίνεται σκύλευση κανονική, μόνο συμπλεγματικότητα προδίδεται από τέτοιο φραστικό μίσος – και, βαθμιαία, να του αφαιρούμε κάθε προσωπική αξιοπιστία. Χωρίς καν να τον «γνωρίζουμε» κιόλας – τουλάχιστον όχι περισσότερο απ’ όσο η διασημότητα μας «επιτρέπει» να τον γνωρίζουμε.


Προσωπικά δεν τρέχει μία να «υπερασπιστώ» κάποιον ή κάτι που μου αρέσει – δεν την έχω αυτή την αρετή του χαρακτήρα. Απλά, επειδή εδώ μου φαίνεται πως υπάρχει ένα θέμα μεγαλύτερο από κείνο που (δεν) συζητάμε – δεν μου πάει ο στρουθοκαμηλισμός.
Το μεγαλύτερο λοιπόν δεν σχετίζεται – αλλά, αντίθετα, πάει θλιβερά πιο πέρα – με την πραγματική καλλιτεχνική αξία του Τομ Κρουζ, εν προκειμένω. Τίποτα δεν θ’ αλλάξει την αντκειμενική του θέση ως του μεγαλύτερου εισπρακτικά σταρ όλων των εποχών (εκτός του Τομ Χανκς, αλλά πρέπει ν΄αφαιρέσεις τα Toy Story που δεν έγιναν επιτυχία εξ’ αιτίας του), ενός από τους διαχρονικότερους (μαζί με τον Τζον Γουέϊν, λιγότερο τον Χάρισον Φορντ και, ξανά, τον Χάνκς) και, γνώμη μου αυτή, του μοναδικού που συνδύασε την ειδωλολατρική υπόσταση του σταρ με την τόλμη ενός ηθοποιού-καλλιτέχνη. Οι σκηνοθέτες – και τ’ αποτελέσματα… - με τους οποίους συνεργάστηκε, το πιστοποιούν.
Το μεγαλύτερο δεν είναι άλλο από αυτή την φρικώδη καννιβαλιστική τάση του φιλοθεάμονος κοινού (από τα ρωμαϊκά χρόνια, δυστυχώς) να τρώει – ή να παρακολουθεί την βρώση, το ίδιο είναι – εκείνους που το ίδιο ανέδειξε σε αξιοθέατα. Πες το ανάγκη ενός βρωμερού υπαρξιακού «σοσιαλισμού» εξομοίωσης, πες το υποσυνείδητη συμπλεγματικότητα απέναντι σε κείνο που «μεγαλουργεί», πες το στυγνή ζηλοφθονία γι’ αυτόν που έχει αυτό που δεν έχουμε.
Πες το λιντσάρισμα.
 

Ο Τομ Κρουζ – όπως και ο Γκίμπσον – έχει τελειώσει σαν σταρ, μάλλον και σαν ηθοποιός – και, δυστυχώς κανένα Πρωτόκολλο: Φάντασμα (τι ειρωνεία…) δεν θα τον σώσει, έστω και με τις επαρκείς εισπράξεις που θα κάνει. 25 χρόνια ήταν, μάλλον, πολλά. Σαν άλλος καλογυμνασμένος μονομάχος στο Κολοσσαίο της Δυτικης Ακτής, μας παρουσίασε αυτό που γουστάραμε (μας παρουσίασε, προσωπικά μιλάω, και πολλά πολλά παραπάνω) και τώρα κατεβάζουμε ηδονικά τον αντίχειρα προς τα κάτω, καλυμμένοι πίσω από την ανωνυμία (και την ασφάλεια) της οικονομικής μας κρίσης, τρομάρα μας, ανακουφισμένοι στη σκέψη των εκατομμυρίων που του δώσαμε (γιατί νομίζω πως εμείς πήραμε πολλά παραπάνω;), ταΐσαμε και τα λιοντάρια ένα γιαουρτάκι τη βδομάδα (που λέει κι ο Αστερίξ), και η ανθρωποθυσία συνετελέσθη.
Όπως λένε και οι τηλεορασάνθρωποι, «αφού αυτό θέλει το κοινό».
Δίκιο θα ‘χουμε.



0 σχόλια: