6.5.15

Ni avec toi, ni sans toi, R.I.P. (2009-2015)

Νέα διεύθυνση διαδικτυακής οικίας.
Φίλοι και συγγενείς καλεσμένοι.

http://ildimo77.tumblr.com/

19.9.14

Μόμπιλε

Μία αλήθεια είναι πως προξενεί τέτοια προσοχή το γεγονός πως είμαι μάλλον ο τελευταίος άνθρωπος χωρίς κινητό που ίσως τελικά πρέπει να πάρω ένα να βρω την ησυχία μου.
Μια άλλη είναι πως το στυλ και μόνο μου επιτάσσει να προτιμώ την πληρωμένη ιστγουντική απάντηση του Blood Work «I stay with the hard line». 
Να πω επίσης πως είχα κινητό και το κατήργησα, γεγονός που γιγαντώνει τον (αναίτιο και αδικαιολόγητο) θαυμασμό των γύρω. 
Και τέλος πως το θέμα δεν είναι να κάνω μια φθηνή πολεμική απέναντι σε κάτι που δεν πρόκειται να θιγεί στο ελάχιστο ποτέ. Όλοι θα έχετε για πάντα (τουλάχιστον) ένα κινητό. Τελικά μπορεί να πάρω κι εγώ. Δεσποσύνες ρέπουν προς την θεώρηση πως δεν τις τιμώ αγαπητικά μη αποκτώντας το. 
Κάθαρμα δεν είμαι.

Ο λόγος που δεν έχω κινητό ωστόσο είναι πολύπλευρος και σοβαρός κατά τη γνώμη μου. Και σχετίζεται με την βασική κατ’ εμέ απόφαση του καθενός ως προς το τι άνθρωπος θέλεις να είσαι. Πριν όμως αρχίσουν τα βαριά (…), να καταθέσω την βασική και καθόλου συνωμοσιολογική μου θέση πως τα κινητά παίζει να τα προώθησαν οι ασυνεπείς στα ραντεβού τους. Και έκτοτε είναι άπειρα τα σαχλοειδή σμήνη εκείνων που αργοπορούν, το δίχως άλλο όχι μόνο θεωρώντας σε μαλάκα που είσαι στην ώρα σου αλλά ακόμα πιο προκλητικά θεωρώντας τον δικό τους χρόνο εντελώς σημαντικότερο του δικού σου. Louis, this is the end of a not so beautiful friendship.

Ας το θέσω επιγραμματικά. Το κινητό είναι αναπόσπαστο κομμάτι μιας συνολικής στρατηγικής του συστήματος να σε μετατρέψει σε καταναλωτή. Δεν είναι φυσικά μια στρατηγική που συμβαίνει προσχεδιασμένα με αυτόν τον στόχο. Δεν ενδιαφέρεται δηλαδή το σύστημα μπας και σε πιάσει η λόξα (που θα σε πιάσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο) να αγοράζεις άϊφον και σμάρτφον και γαμωπουτάναφον. Ούτε το απασχολεί η σταδιακή σου μετάλλαξη με την ένταξη του κινητού στη ζωή σου. Το ΞΕΡΕΙ πως θα συμβεί, δεν έχει απλώς παρά να πατήσει σε νεότερες εφαρμογές ανθρωπομετάλλαξης (βλέπε social media) και να τις συνδέσει με το κινητό. 
Βλέπεις το κινητό, ως τηλέφωνο και μέσο επικοινωνίας, είναι πρωταρχικό σκεύασμα κατανάλωσης. Για κάθε γραφικό όπως ο υπογράφων που μιλάει για ανθρωπομετάλλαξη, υπάρχουν στίφη πολιτικά ορθοποιημένων που απαντούν για την ωφέλεια από ένα κινητό. Ποια ωφέλεια; Αυτήν που σχετίζει την ύπαρξή σου με τον χρόνο. Όχι τον υπαρξιακό Χρόνο, γι’ αυτόν χέστηκε ο product manager, για τον καθημερινό χρόνο τον οποίον πρέπει να φροντιστεί να δομήσεις έτσι ώστε να έχεις την ψευδαίσθηση πως προλαβαίνεις. Τι να προλαβαίνεις; Να δουλεύεις και ν’ αγοράζεις. Το κινητό πάνω απ’ όλα σου δίνει την ψευδαίσθηση πως σου αποταμιεύει χρόνο. Κάποιος σε βρίσκει, σκάει το λάστιχο έρχεται η βοήθεια γρηγορότερα, είσαι έξω και κωλοβαράς κανονίζεις ένα ραντεβού στο τσακ, δεν ξέρεις πως να φτάσεις κάπου παίρνεις ένα τηλέφωνο να σου πουν, θες να διαβάσεις το Πόλεμος και Ειρήνη εκεί που πίνεις φρέντο καπουτσίνο το κατεβάζεις pdf, θες να πας ένα σινεμαδάκι τσεκάρεις app (και κλείνεις θέση κέντρο και μπροστά), δεν θυμάσαι πως λένε αυτόν που έκανε τις εννέα συμφωνίες κι αρχίζει τ’ όνομά του από Μπετό το γκουγκλάρεις, ψωνίζεις τίσερτ και σου ‘ρχεται σπίτι, ευκολίες πολλές. 
Δε με χαλάει που αλλάζει ο τρόπος που διαβάζεις Τολστόϊ ρε παιδί μου, ούτε που δεν θες να ‘σαι στο λιοπύρι ν’ αλλάζεις λάστιχο ή να δείχνεις μπουτάκι σε ωτοστόπ για κοντινό βουλκανιζατέρ, δε με χαλάει που Μπετό δεν θα χρειαστείς ποτέ σου, και πριν από δαύτον υπήρχε ο κόσμος, ούτε που νοιώθεις αφόρητα βαριά τη μοναξιά σου και δεν μπορείς να σηκωθεί ο άλλος για κατούρημα κι έχεις ανοίξει 4G για να τσεκάρεις τι παίζει στο φατσαμπούκι και να τουϊτάρεις πόσο γαμεί το ρακόμελο στο Γκάζι. Δε με χαλάει.
Εκείνο που με χαλάει είναι που σου ‘χω λείψει τρελλά γιατί έχεις καιρό να με δεις, με βουτάς αγκαλιά και με πλακώνεις στα γλωσσόφιλα, χτυπάει το κινητό και δε δίνεις δεκάρα και την δεύτερη φορά που θα βρεθούμε, με το που χτυπάει το σηκώνεις γιατί χέστηκε η Φατμέ στο γυαλί καφένε. Γιατί το κινητό έχει καταστρέψει το είδος της παρέας μας. Βγαίνουμε έξω και δεν είναι πια δυνατό να αφοσιωθούμε στη κουβέντα με τον άλλον. Δεν υπάρχει ρυθμός, δεν υπάρχει ατμόσφαιρα, και δε σε νοιάζει που στα λέω αυτά γιατί είσαι 25 και δεν τα πρόλαβες. Υπάρχει όμως η Δαμόκλειος σπάθη ενός επικείμενου κουδουνίσματος που πρέπει να γίνει επείγον χωρίς να είναι. (Για να μην αναφερθώ στην εγχάρακτη αγένεια της παρέμβασης ενός ντραγκαντρίν στην σχέση δύο ανθρώπων). Χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι έβγαιναν και όλα πήγαιναν ρολόϊ και εικοσιπέντε χρόνια τώρα αναδιατυπώνεται η έννοια του επείγοντος και το «μωρό μου, φιλιά» (που το λέτε τζάμπα και δεν σημαίνει τίποτα) έχει αναχθεί σε θωρακοχειρουργικής κρισιμότητας ανάγκη.

Όσα μα όσα συνδεόνται με την χρήση του κινητού – και ελάχιστοι υμών έχουν αποδειχθεί «σωστοί» χρήστες του, για να μην παίξει αυτή η και καλά απενοχοποιητική ανοησία – έχουν εκφυλιστεί. Από το επείγον, στην ικανότητά σου να λύνεις προβλήματα μόνος (άρα και με κάποιο κόπο) κι από την συνέπεια στα ραντεβού μέχρι την σημασία που αποδίδεται στις μεταξύ μας σχέσεις. Ειδικά δε στον τομέα των σχέσεων η χρήση του κινητού, παρέα φυσικά με αυτή των social media που την έριξαν τη πλάκα, έχοντας αναδιαμορφώσει το πότε και πως μιλάς με τον άλλον έχει αλλάξει (βλέπε διαλύσει) αυτό που κάποτε θεωρούσαμε δεδομένο. Το πως η ερωτική σου εξομολόγηση δεν θα διακοπεί απ’ τον Βαγγέλη που πήρε να σου πει ότι έκλασε το χρυσόψαρό του, οι μπύρες σου με τα φιλαράκια δεν θα αναστατωθούν επειδή το κορίτσι γύρισε σπίτι, μωρό μου φιλιά, το επαγγελματικό ραντεβού δεν θα διακόπτεται οχτώ φορές σε 10 λεπτά επειδή «τρέχει κάτι σημαντικό» κι εν πάση περιπτώσει το προσωπικό σου κωλοβάρεμα σε μια άκρη της Αμοργού (άσε που δεν θα πας στη Αμοργό όπως σε κόβω, δε θα ‘χει σήμα) δεν σε τηλεμεταφέρει στο κέντρο όλων που παράτησες για πέντε μέρες «να καθαρίσει το κεφάλι σου». Το κινητό σου ευθύνεται για τις ακαθαρσίες. Ευθύνεται σκελετικά γιατί μετατρέπει τη ζωή σου σ’ ένα διαρκές δυνητικό ραντεβού και παίρνει ακόμα και τον άτυχο (ή κακομοίρη) που δεν του μιλάει άνθρωπος και τον παρατάει σ’ έναν κόσμο social freaks που πολυλογούν τιποτολογώντας.

Φυσικά δεν αμφιβάλλω ότι αυτά σου φαίνονται από παλιομοδίτικα έως μουντρούχικα. Και το εννοώ πως, εμβαπτισμένος καθώς είσαι στα «προβλήματα της καθημερινότητας», ο τρόπος και η ατμόσφαιρα των συναντήσεων που νόμισες ότι έγραψα δεν σου κάνουν. Λίγο με νοιάζει μιας και ήδη σ’ έχω περιγράψει σαν τον ανθρωπότυπο που δεν με απασχολεί. Υποκρινόμενος ωστόσο οργασμό να πω πως δεν έχεις παρά να θυμηθείς εκείνες τις άπειρες φορές που είπες μη σηκώνοντάς το «ωχ πάλι αυτόν δε τη παλεύω». Τη στιγμή που δεν αποδέχεσαι να χαλάσεις την ατμόσφαιρα μιας συνάντησης (ή μιας μοναξιάς) παραδέχεσαι πως το κάνεις όλες τις φορές που το σηκώνεις, φορές που είναι σα να λες κατάμουτρα σε μένα (αφού είμαι ο μόνος που απέμεινα άνευ) πως δεν πειράζει να χαλάσω την μεταξύ μας ατμόσφαιρα. 
Πειράζει.

Το κινητό δημιούργησε τον άνθρωπο που δεν αντέχει να μείνει μόνος με κλειστό το στόμα του, αυτόν που δεν μπορεί να απαντήσει βασικά (όχι μόνο σημαντικά, αυτά εξυπακούεται) προβλήματα χωρίς συνδρομή όλων των δυνατών άλλων, τον ασυνεπή, τον αγενή, τον απρογραμμάτιστο στα στοιχειώδη, έδωσε έναν ακόμα πάτημα σ’ αυτήν που θέλει να ξέρει κάθε στιγμή ότι δεν πηδάς όποια βρήκες, σ’ αυτόν που εκφράζει τη σκέψη του σε 25 λέξεις (και ξέρεις τι σκέψη είναι αυτή που χωράει πάντοτε σε 25 λέξεις…), της σχέσης που εκτονώνεται σε δέκα δίλεπτες συνομιλίες την ημέρα αλλά δεν βρίσκει ποτέ τον χρόνο να χρειαστεί τον εαυτό της. Το κινητό τηλέφωνο έχει αλλάξει τον τρόπο που εκφραζόμαστε για όλα, κατά συνέπεια έχει αλλάξει κι αυτό που αισθανόμαστε για τον κόσμο και τους ανθρώπους και, ακόμα πιο πολύ, έχει θρονιάσει τη νωθρότητά σου να «περπατήσεις» προκειμένου να καταφέρεις να φτάσεις, τη νωχελικότητά σου να βρίσκεσαι ψυχή τε και σώματι στο άμεσο περιβάλλον σου.
Γίνεσαι ένα εύλογος και για τούτο ακίνδυνος πολίτης εξελισσόμενος σε έναν ολοένα και αυξανόμενα καλύτερο καταναλωτή χρόνου ζωής.

Μπερπ. 

Υ.Γ.
Πείτε μου τώρα ένα καλό συμβολαιάκι κοσμοτέ να βολευτώ.
25 Vς 1330 λέξεις, σημειώστε άσσο. 
Κολώνα.

11.9.14

Boyhood (2014)


Στην αρχή που μαθαίνεις πως το χαρακτηριστικό του Boyhood είναι ότι παρακολουθεί ένα παιδί για 13 πραγματικά χρόνια της ζωής του, από τα 5 ως τα 18, φοβάσαι λιγάκι την πιθανότητα όλο αυτό να μην παρά ένα πιασάρικο κόλπο, ένα χρονοβόρο gimmick που επειδή δεν ξανάγινε δεν σημαίνει κιόλας πως αρκεί για να στηρίξει μια σπουδαία ταινία.

Καθώς τα πρώτα από τα 165 λεπτά του κυλούν, αρχίζουν οι διεργασίες του Boyhood. Και αυτές μέσα σου. Και στο τέλος (;) του έχεις εκείνο το περίεργο αίσθημα πως διήρκεσε πολλές-πολλές ώρες, και μια ζωή σε fast forward ίσως, ενώ ταυτόχρονα όλο αυτό, τόσο τέλεια φτιαγμένο που είναι, δεν φάνηκε να κράτησε περισσότερο από μια ώρα. Και τότε ο Λινκλέϊτερ σου έχει ήδη πει γιατί το ‘φτιαξε. Το ξέρεις, το ‘χεις νοιώσει. Αν θα το βάλεις σε λέξεις, που θέλει μια αρετή και μια τόλμη μεταξύ άλλων, είναι διαφορετική ιστορία.
Εγώ όμως πρέπει να το κάνω. Όχι γιατί είναι η δουλειά μου – κανείς δεν θα με ανταμείψει γι΄αυτό. Ούτε για λόγους συγγραφικής ματαιοδοξίας – σχεδόν κανείς δεν θα με διαβάσει. Πρέπει γιατί θα έχω καταλάβει καλύτερα γράφοντάς το κάτι για μένα, κάτι για τους ανθρώπους γύρω μου και κάτι για τον κόσμο αυτόν. Κι έτσι το σινεμά θα έχει (ξανα)υπάρξει για μένα αυτό που ανέκαθεν είναι στη ζωή μου.

Δυο πράγματα είναι το Boyhood. Και τα δύο ο Λινκλέϊτερ τα έχει εξερευνήσει με την τριλογία του Before. Ποτέ όμως με την πλαστική τελειότητα και την διαχρονική σημασία του Boyhood: Κατ’ αρχήν είναι ένα έργο για τα όρια πραγματικότητα και τέχνης. Αυτοί που θεωρούν πως το σινεμά, ως η πληρέστερη για την ώρα τέχνη, ξεκινά εκεί που η ζωή έχει ολοκληρώσει, ώστε να συμπληρώσει φαντασιακά/ψυχολογικά/υπαρξιακά/φιλοσοφικά το κενό της, θα μπερδευτούν αδιέξοδα με μια ταινία σαν αυτή. Κι αν είναι διαβρωμένοι από τον υλισμό και την βαριεστημάρα τους θα την εγκαταλείψουν σύσσωμη για να ξαναβρούν την αναγκαία ησυχία τους σε λιγότερο ενοχλητικές ιδιοσυστασιακά δημιουργίες. Γιατί εδώ είναι δύσκολο να κλείσεις τα μάτια μονολογώντας, όπως σε ένα καλό horror, «είναι μόνο μια ταινία, είναι μόνο μια ταινία». Γιατί οι ηθοποιοί καταργούνται, επιστρέφουν στην αναγνωρίσιμη ανθρωπινότητά τους, γερνώντας μπροστά σου αβοήθητοι απ’ το μακιγιάζ, βοηθημένοι απ’ τον καθόλου πανδαμάτωρα Χρόνο. Κι αυτό που συμβαίνει, τέλεια σεναριογραφημένο όσο κι αν είναι, είναι τόσο δικό σου, τόσο μακρινό και κοντινό, εναλλάξ και μαρτυρικά καθώς οι εποχές ηρώων και χαρακτήρων είναι οι δικές σου, δεν είναι κάτι αποδράσιμο, είναι αναπότρεπτα βιούμενο και δικό σου. Και τότε τα όρια του σινεμά και της αλήθειας λύνονται σαν μάγια που ποτέ δεν υπήρξαν και μόνος επέβαλες στην αντίληψή σου.


Το άλλο, που είναι και αυτό που θα ευθύνεται στο ανθρώπινο διηνεκές για την απαράμιλλη διαχρονική σημασία αυτού του έργου, είναι πως το Boyhood πραγματεύεται τον ίδιο τον Χρόνο. Την σχετικότητα και την απολυτότητά του, το ανεπίστρεπτο και το αμετάκλητό του, την απαλότητα και την δριμύτητά του, την σκληρότητα και την ανακουφιστικότητά του. Το έκανε στα Before, μέσα απ’ τα μάτια ενός έρωτα. Αλλά το έκανε σαν ένα άλλοτε βαρύ κι άλλοτε τρυφερό σίριαλ μιας σχέσης. Εδώ όμως ο χρόνος κυλά συμπαρασύροντας ηθελημένα κι αθέλητα τα πάντα. Την γέννηση, την οικογένεια, τις περιόδους της ενηλικίωσης, το περιβάλλον, την χώρα, τον πολιτισμικό περίγυρο, τις συζυγίες και τους χωρισμούς, τα όνειρα και τις διαψεύσεις, φυσικά τον θάνατο.
Ο Χρόνος εδώ είναι παντού, υπό το πρίσμα του κατανοείς περισσότερα, δεν σε πονούν λιγότερο όμως που τα κατανοείς, υπό την οδηγία του προχωράς, αλλά θέλει κόπο για να το δεχτείς αυτό, υπό την αιγίδα του κοιμάσαι τα βράδια, υπό την απειλή του συντηρείς εκείνο άνευ του οποίου δεν αντέχεις το πέρασμά του. Ο Χρόνος είναι οι ρυτίδες που αποκτάς, σ’ αυτόν τα ρίχνεις που το παιδί σου έγινε από τοσοδά κοτζάμ, ενώ εσύ φαινομενικά δεν έχεις παρά μερικά κιλά, ένα χτένισμα, μια δουλειά ή ένα ντύσιμο διαφορετικό. Κι εκεί που μπορεί να νόμισες πως ο χρόνος δεν μετρά για όλους μας το ίδιο, το Boyhood θα σου πει πως αρκεί να διάλεξες να επιλέξεις, έστω για να μην γκρινιάζεις ισόβια την κατάστασή σου, για να κατάλαβες πως και για σένα και για μένα μετρά ακριβώς το ίδιο. Απλώς, στο κρίσιμο σημείο μιας διαδρομής, μπορεί να αισθάνθηκες πως έκανες αυτό που περισσότερο θέλησες, ελεύθερος από προτάγματα άλλων και δέσμιος, αν το κατάφερες, των δικών σου. Γιατί κατά τα λοιπά, και ο Λινκλέϊτερ το κατάφερε αυτό δίχως να φιλοσοφήσει ξεδιάντροπα ή αφύσικα ούτε για μια στιγμή, θα γεράσεις και θα πεθάνεις ακριβώς το ίδιο όπως όλοι, σ’ ένα σύμπαν που δεν δίνει μία για την ύπαρξή σου και καλά θα κάνεις να του ανταποδώσεις ακριβοδίκαια το ίδιο. Το μόνο που μένει, από την στενάχωρη αυτή άλγεβρα, είναι εσύ, πρώτ’ απ’ όλα, και οι άνθρωποι που σου έλαχαν εν συνεχεία. Και οι επιλογές που έκανες για να τιμήσεις αυτό που (πάντα θέλησες να) είσαι.

Το Boyhood θα μείνει στην ιστορία του σινεμά, γιατί είναι μια ταινία που τολμά κάτι ανήκουστο για το μέσο, γιατί ιχνηλατεί εντυπωσιακά την χώρα που το γέννησε και την νεότερη και ζώσα ιστορία της (είναι και μια εντυπωσιακή πολιτική ταινία μεταξύ άλλων), γιατί στοχεύει πανανθρώπινες αλήθειες και φιλοσοφικές ενατενίσεις και τις πετυχαίνει όλες. Αλλά πιο πολύ θα μείνει στις ζωές μερικών που θα το αντικρύσουν. Που θα ‘ναι καλό να το δούν (να το δούμε, εννοώ) έγκαιρα γιατί θα τους βοηθήσει να πράξουν αυτό που χρειάζονται. Και τότε, όπως οι πάντα ζητημένες -ειπωμένες κι ανείπωτες- πατρικές συμβουλές του θα έχουν βοηθήσει για κείνο που η μεγάλη τέχνη πάντα στόχευε: Έναν κόσμο με ευτυχέστερους, και γι’ αυτό καλύτερους, ανθρώπους.


   

4.9.14

Σχεδιασμοί

Απ’ το φτερούγισμα μιας αντανάκλασης στο βλέμμα του θα καταλάβεις πως εστοιχειώθη από ξανθή κυρά λευκού στήθους διάστικτη ήλιων και ικμάδας απόβραδου.



******************



Και δεν έχεις άλλο να ζητήσεις από

πευκοβέλονο

για την αφαίμαξη του μαύρου

κοτρώνι

να κατατροπωθεί η εμμονή

έναν τιρκουάζ γιαλό

και δυο χέρια

ξανθά, καφετιά, ρόδινα και χρυσωμένα Ήλιο

να εμπαιχθεί το σκότος.



************



Ένα βλέμμ’ αποζήτησα και βρέθηκα καταμεσίς του Αιγαίου μ’ έναν Αύγουστο αγκαλιά.

Αγνωμοσύνη οι παραπονεμένες λέξεις μου.

Έζησα. Μίλησα. Έγραψα.

(Πως θα το ‘λεγε ο Ελύτης;)

Ευτυχώς που δεν καταφέρνει κανείς να με διαβάσει.



***********



Θα ‘ρθει η στιγμή που στο ξενύχτι ενός έρωτα

Αλυχτάει το ξημέρωμα μιας λέξης.



***********



Θέλει την θέρμη της η συκιά να ενδώσει όπως ικεσία το τέλος να αργήσει.



************



Ηλίου παρατηρούντος.

Έκπληκτα, ύπτια, παλινδρομικά

Αγκαλιαστά, θωπευτικά, σιωπηλά

Γονιμοποιήθηκε η Θάλασσα

Κι ορίστηκε Ζωή.



***********



Όπου λαλούν πολλά αστέρια

Ορμά να γιασεμιάσει



***********



Στις τρίλιες ενός καλοπαιγμένου Σοπέν και μιας ανεμίζουσας θαρρεμένης πικροδάφνης αποκλίνει το θάμβος του αφέγγαρου Αυγούστου.

Έτσι ενδέχεται να σ’ ερωτευθώ παντοτινά.



**********



30.7.14



Άκου δω. 
Να τον μετράς τον έρωτά σου. 
Σαν το μονάκριβο που σε γλυτώνει από την άλωση της ασχήμιας.

23.7.14

Green Light

"Gatsby believed in the green light, the orgastic future that year by year recedes before us. It eluded us then, but that's no matter – to-morrow we will run faster, stretch out our arms farther…And one fine morning--So we beat on, boats against the current, borne back ceaselessly into the past"